αντιφωνώ


αντιφωνώ
αντιφωνώ, αντιφώνησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιφωνώ — (AM ἀντιφωνῶ, έω) απαντώ σε προσφώνηση μσν. νεοελλ. ψάλλω τα αντίφωνα αρχ. 1. απαντώ, αποκρίνομαι 2. αποκρίνομαι μεγαλόφωνα 3. (για λύρα) απαντώ, ηχώ με ερωτικές μελωδίες 4. αποκρίνομαι με επιστολή 5. βρίσκομαι σε διαφωνία, σε ασυμφωνία με… …   Dictionary of Greek

  • αντιφωνώ — αντιφώνησα, απαντώ σε προσφώνηση. Ουσ. αντιφώνηση, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντιφωνῶ — ἀντιφωνέω sound in answer pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀντιφωνέω sound in answer pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀντιφωνέω sound in answer pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀντιφωνέω sound in answer pres ind act 1st …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιφώνῳ — ἀντίφωνος sounding in answer masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιφωνώ — (AM ἐπιφωνῶ, έω) φωνάζω, αναφωνώ («οἱ δὲ ἐπεφώνουν λέγοντες σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν», ΚΔ) μσν. 1. δηλώνω πανηγυρικά, φανερώνω 2. προσφωνώ 3. διατάζω 4. μέσ. ἐπιφωνοῡμαι α) συμβουλεύω, προτρέπω β) παραγγέλνω, διατάζω γ) γνωστοποιώ αρχ. μσν.… …   Dictionary of Greek

  • ρεσπονσοριακός — ή, ό, Ν φρ. «ρεσπονσοριακό τραγούδημα» μουσ. ύφος τραγουδήματος κατά το οποίο ο κορυφαίος τραγουδιστής εναλλάσσεται με τη χορωδία, ύφος που απαντά στη λαϊκή μουσική πολλών πολιτισμών, όπως τών Αμερικανών Ινδιάνων ή τών Αφρικανών. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • Αντιφωνήτρια — η 1) Антифонитрия – чудотворная икона Богородицы, находящаяся в пределе святого Димитрия в афонском монастыре Ватопед. Антифонитрия заговорила (αντιφωνώ «говорить, отвечать), гласит афонское предание, когда императрица Рима, дочь Византийского… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αντιφωνία — η антифонное пение – попеременное пение двух клиросов. Эта традиция относится к древним апостольским временам Этим. < αντιφωνώ «звучать в ответ, откликаться, говорить» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)